Γη που παράγει, άνθρωποι που ενώνουν!
Αγροτικός Συνεταιρισμός Δροσιάς, Ο τόπος μας και οι κάτοικοι
1.Η περιοχή της σημερινής Δροσιάς ονομαζόταν από τα αρχαία χρόνια “Χάλια”. Βρισκόταν ανάμεσα στη Χαλκίδα, την Ανθηδόνα (παράλια Λουκίσιων και τη Μυκαλησσό (Ριτσώνα), τρεις πόλεις που άκμασαν κατα την αρχαιότητα. Όμως, μόνο η Χαλκίδα έχει ιστορική συνέχεια μέχρι σήμερα. Οι κάτοικοι σύμφωνα με τις πηγές, εκτός από κτηνοτροφικές και γεωργικές εργασίες, είχαν ως μέσο προορισμού και την αλιεία των οστράκων που έδιναν πορφυρό χρώμα με το οποίο βάφονταν τα υφάσματα. Δυστυχώς, τα όστρακα αυτά εξαφανίστηκαν λόγω ασθένειας ή υπεραλίευσης.
2. Εικάζεται ότι ο πληθυσμός των κατοίκων μειώθηκε κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ακολουθώντας τη γενικότερη ολιγανθρωπία και απαιδία που επικράτησε στον Ελλαδικό χώρο. Πολύ αργότερα, μετά το 1300, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μας πληθυσμοί προερχόμενοι από το νότιο τμήμα της σημερινής Αλβανίας (Β. Ήπειρος) της φυλής των Τόσκηδων. Η κάθοδος ήταν ειρηνική και η ενσωμάτωση ολοκληρώθηκε χωρίς προβλήματα.
3. Το φαινόμενο της καθόδου και μόνιμης εγκατάστασης των Αρβανιτών στον Ελλαδικό χώρο συνεχίστηκε ανά διαστήματα. Αυτό οφειλόταν όχι μόνο στις ανάγκες των εκάστοτε ηγεμόνων για εργατικά χέρια, αλλά σε μεγάλο βαθμό και στις φυλετικές συγκρούσεις των κατοίκων – οι νότιες φυλές υπέφεραν από τις ληστρικές επιδρομές των βόρειων αλβανικών φυλών . Ο Γεώργιος Τσεβάς στο έργο του “Ιστορία των Θηβών και της Βοιωτίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον” αναφέρει ότι οι Αρβανίτες της Βοιωτίας ήρθαν από την Θεσσαλία στην οποία είχαν αρχικά εγκατασταθεί και συμπλήρωσαν τα πληθυσμιακά κενά εδώ και στην Αττική. Επίσης σύμφωνα με τον ιστορικό Κώστα Καραστάθη “Ελληνικά και Αλβανικά φύλα έζησαν μαζί επί αιώνες στην Ήπειρο (Β. Και Ν.) και στις παράλιες περιοχές της Ιλλυρίας. Οι σχέσεις τους ήταν καλές και παρατηρούνταν συνεχώς επιγαμίες. Οι προσμίξεις μεταξύ των δύο αυτών λαών δημιουργήσαν τους δίγλωσσους κατοίκους της Βόρειας Ηπείρου οι οποίοι ονομάστηκαν Αρβανίτες”.
4. Η λεγόμενη “Αρβανίτικη διάλεκτος”, την οποία πολλοί από τους μεγαλύτερους σε ηλικία κατοίκους τη θυμούνται να μιλιέται από τους παππούδες τους, είναι ένα απλό και περιορισμένο γλωσσικά ιδίωμά, το οποίο σαν γλώσσα χρήσης έγινε το βασικό όργανο επικοινωνίας. Ιδιαίτερα επί Τουρκοκρατίας, ως ευκολότερη, εκτόπισε την απαιτητική Ελληνική, τη στιγμή μάλιστα που η Τουρκική κατάκτηση δεν επέτρεπε τη λειτουργία σχολείων. Επιπλέον, από πολλούς ιστορικούς έχει αναφερθεί ότι αρκετοί ντόπιοι πληθυσμοί χρησιμοποιούσαν την Αρβανίτικη ως μέσο κάλυψης έναντι των Τούρκων.
5. Όσον αφορά στις ασχολίες των κατοίκων, αυτές ελάχιστα άλλαξαν κατά την διάρκεια των βυζαντινών και τουρκικών χρόνων παραμένοντας κατά βάση γεωργικές και κτηνοτροφικές. Η μελέτη των πηγών αποδίδει κάποια διάσπαρτα στοιχεία για την περιοχή μας και την πληθυσμιακή πορεία (απαιτείται εκτενής μελέτη πηγών από ειδικούς για την συλλογή όλων των πληροφοριών διαχρονικά). Μεσαιωνικός χάρτης της εποχής της Φραγκοκρατίας αναφέρει τον τόπο μας ως “περιοχή με γλυκά νερά”, σημειώνοντας επίσης το λιμανάκι του Άγιου Μήνα και τον τύμβο του Σαλγανέα. Από τα τουρκικά αρχεία φαίνεται ότι υπήρχαν οικισμοί (Μεγάλα και Μικρά Χάλια). Πιθανολογείται ότι ο μεγαλύτερος βρισκόταν γύρω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και ο μικρότερος γύρω από την πλατεία Κονδύλη και κάτω, προς την εκκλησία της Παναγίτσας. Οι γεροντότεροι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι εκεί βρισκόταν η κατοικία του Χαλίλ Αγά (ένα ερειπωμένο δίπατο κτίσμα που γκρεμίστηκε πριν περίπου 40-50 χρόνια) και ότι ένας γνώστης μπορεί να εντοπίσει και σήμερα τα απομεινάρια των ρηχών 5-6 πηγαδιών που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι για να συγκεντρώνουν τα νερά του ρέματος – δίπλα στα αλώνια και του υδραγωγείου που τα οδηγούσε στις μεγάλες ποτίστρες μπροστά από το υπάρχον περιβόλι της οικογένειας Ίσαρη όπου πότιζαν τα άλογα τους.
6. Σε χάρτη του 1687 σημειώνεται ένα χωριό Khalia (Χαλία ή Χάλια) με πληθυσμό, πλέον των 30 κατοίκων άγνωστης σύνθεσης (Ντόπιοι, Αρβανίτες). Στις αρχές του 19ου αιώνα (μετά το 1800), ιδιαίτερα μετά την επανάσταση του 1821 παρατηρήθηκε έντονη εσωτερική μετανάστευση προς την περιοχή μας, κυρίως από τις αγροτικές περιοχές της Βοιωτίας. Το 1879 οι κάτοικοι είχαν φτάσει τους 574 και το 1907 μετά από αξιοσημείωτη αύξηση έφθασαν τους 1021. Εκείνη την εποχή η επαρχία Θηβών είχε 48 αρβανιτοχώρια με συνολικό πληθυσμό 30.898 κατοίκων (Δημήτρης Λιθοξόος).
7. Το όνομα του χωρίου μας ήταν πια Χάλια (Τα Χάλια) λόγω παραφθορά από το “Χαλία” και σίγουρα δεν οφειλόταν στο όνομα Χαλίλ Αγά. Πιιθανότατα συνέβη το αντίστροφο. Τέλος, ίσως η ύπαρξη δυο οικισμών να οδήγησε στον πληθυντικό. To 1953, επίσημα πια, το όνομα επιστρέφει στα “Χάλια” μέχρι το 1962 οπότε το χωριό μετονομάστηκε “Δροσιά”.
8. Σχετικά με τις ασχολίες των κατοίκων στα νεότερα χρόνια, από την απελευθέρωση μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια των σιτηρών και του αμπελιού. Οι περιοχές Φουτιαζάκη και Λάκεζα ήταν οι αμπελώνες του ονομαστού “ροδίτη”, εξαιρετικής ποικιλίας με ανθεκτικούς καρπούς περιζήτητους στις αγορές των Αθηνών. Η συλλογή ξεκινούσε αξημέρωτα και ακολουθούσε προσεκτική συσκευασία σε καλάθια ή μεγάλα δοχεία (σε στρώσεις καλυπτόμενες με φύλλα αμπελιού) ώστε οι έμποροι να προλάβουν να τα φορτώσουν σε ειδική αμαξοστοιχία η οποία αναχωρούσε στις 8:00 το πρωί από τη Χαλκίδα. Επίσης το εμπόριο του μούστου γνώρισε άνθηση. Οι έμποροι έρχονταν επί τόπου με καράβια (μπρατσέρες) για να αγοράσουν τον μούστο και να τον μεταφέρουν στις αγορές της Στυλίδας και του Βόλου. Σε αρκετά λιμανάκια της περιοχής από τον Καράμπαμπα (περιοχή “Πατητήρθι” – η παραλία που εισβάλει το Βαθύ Ρέμα) μέχρι το ακρωτήριο Γάιδαρος, οι κάτοικοι μετέφεραν τον μούστο με κάρα (σούστες) με ψηλές ρόδες, σε βαρέλια κλεισμένα με κερί για να προστατεύονται από το νερό. Τα μουλάρια έσερναν τα κάρα στα αβαθή της θάλασσας ώστε να φτάσουν όσο το δυνατόν κοντύτερα στα καράβια και να γίνει η μεταφόρτωση. Σύμφωνα με μαρτυρία υπερήλικα Μικροχαλιώτη η οικογένεια του γύρω στο 1930 μετέφερε την παραγωγή της σε μούστο για να μεταφορτώσει στον Άγιο Μηνά. Οι παραγωγοί είχαν αποθηκευμένο τον μούστο σε μεγάλα ασκιά (κυρίως από τράγους) τα οποία χωρούσαν από 50-70 κιλά. Τα πόδια των δερμάτων ήταν ραμμένα με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί ένας άντρας να τα φορτωθεί και να τα μεταφέρει στις βάρκες που έστελναν οι αγκυροβολημένες στα ανοιχτά μπρατσέρες. Όταν έκλειναν τον λαιμό των ασκιών, οι κάτοικοι τοποθετούσαν ένα ξυλάκι το οποίο αφαιρούσαν και ξανατοποθετούσαν ανά διαστήματα, ώστε να εκτονώνονται τα αέρια βρασμού του μούστου. Την εργασία αυτή αναλάμβαναν τα μικρά παιδιά, όπως ο ηλικιωμένος συνομιλητής μας.
9. Αργότερα, η φυλλοξήρα και η ηλικία των κλημάτων οδήγησε στην καταστροφή των αμπελιών. Όσοι κάτοικοι θέλησαν να ανανεώσουν τους αμπελώνες τους χρησιμοποιήσαν το αμερικάνικο άγριο κλίμα “Έριζα” ανθεκτικό στη φυλλοξήρα, στο οποίο μπόλιαζαν ροδίτη ο οποίος απεδείχθη πολύ κατώτερος του ντόπιου και κατώτερος για μεγαλύτερη παραγωγή μούστου.
10. Τα εσπεριδοειδή άρχισαν να καλλιεργούνται μετά το 1920. Εκτιμάται ότι τα πρώτα περιβόλια της περιοχής ήταν το Λιονταρέικο, το οποίο φυτεύτηκε τη δεκαετία 1920 – 30 και το Ισαρέικο. Τα εσπεριδοειδή κυριάρχησαν για 50 – 60 χρόνια. Η ανάγκη για νερό οδήγησε σε άνοιγμα πηγαδιών και γεωτρήσεις άναρχα χωρίς επιστημονική μελέτη και επίβλεψη, με αποτέλεσμα τη κατασπαταλάτηση των υδάτινων πόρων να οδηγήσει σε υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα και καταστροφή των περιβολιών.
11. Παράλληλα είχε αρχίσει η μετατροπή των αμπελώνων σε ελαιώνες. Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 1920 είναι συλάνιες με “λαδοελιές” εντοπίζονται στη Φούσια (κάμπος), στην Αγία Άννα και την περιοχή Γκίκα (προς τις Αλυκές) με τις ονομαστές “Χαμάδες”. Αργότερα, όταν αυξήθηκαν οι ελαιώνες άρχισε να καλλιεργείται και η ποικιλία “Μεγαρίτικη”. Σήμερα οι κάτοικοι έχουν εμπλουτίσει την ελαιοπαραγωγή με λάδι από καινούργιες ποικιλίες όπως κορωνέικη και μανάκι.
12. Όσον αφορά στην κτηνοτροφία ευρείας κλίμακας αυτή περιορίστηκε σταδιακά στην οικόσιτη κτηνοτροφία. Σήμερα υπάρχουν πολύ λίγες οργανωμένες μονάδες, ενώ τείνει να εκλείψει παντελώς η εκτροφή ζώων σε επίπεδο οικογενειών. Επίσης δεν υπάρχουν επίσημες μαρτυρίες για σοβαρή ενασχόληση των κατοίκων με την θάλασσα, τουλάχιστον μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Σήμερα κάποιοι κάτοικοι ασχολούνται επαγγελματικά με την αλιεία, ενώ είναι πολλοί οι ερασιτέχνες ψαράδες.
13. Τέλος, η δημιουργία βιομηχανικών και βιοτεχνικών μονάδων στην ευρύτερη περιοχή της Εύβοιας και Βοιωτίας οδήγησε πολλούς κατοίκους σε αλλαγή επαγγέλματος, ενώ αρκετοί στράφηκαν σε άλλου είδους αντικείμενο στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι να μειωθεί ο αριθμός των κατεξοχήν αγροτών. Βέβαια, λόγω της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε, πολλοί συμπατριώτες μας επιστρέφουν στις γεωργικές ασχολίες, εκσυγχρονίζοντας τις καλλιέργειες τους.
